|
|
Υποδοχή >
Ο μηχανισμός υγειονομικής ασφάλειας των γαλλικών τροφίμων
>
ΠΕΝΤΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
ΠΕΝΤΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Η ασφάλεια των τροφίμων είναι καρπός μιας ολοένα εντεινόμενης απαίτησης εκ μέρους όλων των παραγόντων που εμπλέκονται στην διατροφική αλυσίδα, από τους αγρότες ως τους διανομείς. Μεταφράζεται, τόσο στην εθνική επικράτεια όσο και στο επίπεδο της Ευρώπης, σε νομοθετικές εξελίξεις, ενίσχυση των ελέγχων, μια όλο και πιο οργανωμένη εποπτεία με όλο και πιο ακριβή εργαλεία ανάλυσης.
Πέντε βασικές αρχές διέπουν την πολιτική για την ασφάλεια των τροφίμων στη Γαλλία:
Οι επιχειρηματίες (παραγωγοί, μεταποιητές, διανομείς) είναι οι κύριοι υπεύθυνοι.
Η νομοθεσία προσαρμόζεται διαρκώς προκειμένου να ανταποκριθεί στις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις στον υγειονομικό τομέα.
Ένα σύστημα έγκρισης και ελέγχου των μονάδων βρίσκεται υπό την ευθύνη των δημοσίων αρχών, που έχουν την δικαιοδοσία να επιβάλλουν κυρώσεις όποτε αυτό είναι απαραίτητο
Το 2003, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας (DGAl, Γενική Διεύθυνση Τροφίμων) προέβησαν σε περισσότερους από 450 000 ελέγχους σε ζώα, επιθεώρησαν περισσότερα από 12 000 σφαγεία και εργαστήρια κοπής κρέατος, περισσότερες από 6 000 εγκαταστάσεις του κλάδου γαλακτοκομικών και 5600 του κλάδου αλιείας. Πραγματοποιήθηκαν 25 000 έλεγχοι σχετικοί με την προστασία των ζώων σε χώρους κράτησης ζώων ή κατά τη μεταφορά ζώων. (εν αναμονή νεότερων στοιχείων / DGAl).
Το 2004, η Γενική Διεύθυνση Τροφίμων (DGAl) πραγματοποίησε 200 000 ελέγχους παραστατικών σχετικών με την υγεία και προστασία των ζώων, 4 000 επιθεωρήσεις σε σφαγεία και 5 000 σε εργαστήρια κοπής κρέατος.
Η Γενική Διεύθυνση Τροφίμων (DGAl) και η Διεύθυνση Ανταγωνισμού και Καταστολής της Νοθείας (DGCCRF) πραγματοποίησαν 2641 επιθεωρήσεις το 2003. Η DGAl επισκέπτεται τις κτηνοτροφικές μονάδες και τις επιχειρήσεις, κυρίως στα πλαίσια της έγκρισης ή της καταγραφής. Η DGCCRF, από τη μεριά της, ελέγχει τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα. Πραγματοποίησε έτσι 2615 ελέγχους στις ετικέτες (πρώτες ύλες, σύνθετα τρόφιμα, πρόσθετα, …)
Το δίκτυο επιφυλακής της Γαλλίας και το δίκτυο ταχείας επιφυλακής της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγυώνται την υγειονομική επαγρύπνηση και την κινητοποίηση σε περίπτωση διαπιστωμένου ή δυνητικού κινδύνου.
Το σύστημα του εθνικού δικτύου Ταχείας Ειδοποίησης (Alert): κάθε νομαρχιακή διεύθυνση κτηνιατρικής υπηρεσίας γνωστοποιεί τις περιπτώσεις μη τήρησης των προδιαγραφών στο κεντρικό γραφείο διαχείρισης υγειονομικής επιφυλακής της DGAl (Γενική Διεύθυνση Τροφίμων). Αυτό με τη σειρά του αναμεταδίδει τις σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες διευθύνσεις και υπηρεσίες και αναλαμβάνει τον συντονισμό της δράσης, αν παραστεί ανάγκη.
Το σύστημα του δικτύου Ταχείας Ειδοποίησης (Alert) της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις παραβιάσεις των προδιαγραφών που εντοπίζονται σε προϊόντα που είτε παράγονται από το κράτος αυτό και εξάγονται, είτε παράγονται από άλλο κράτος και διατίθενται στην επικράτειά τους. Το δίκτυο Ταχείας Ειδοποίησης (Alert) ονομάζεται RASFF (Rapid Alert System for Food and Feed). Κάθε κράτος μέλος διαθέτει ένα σημείο επαφής (για την Ελλάδα ο ΕΦΕΤ). Στη Γαλλία υπάρχουν δύο: το γραφείο διαχείρισης υγειονομικών συναγερμών της DGAl (Γενική Διεύθυνση Τροφίμων) για τα ζωικά ή ζωικής προέλευσης τρόφιμα και η μονάδα επιφυλακής Νοθείας, της Διεύθυνσης για τον ανταγωνισμό, την κατανάλωση και την καταστολή της νοθείας (DGCCRF) για οτιδήποτε δεν αποτελεί ζωικό τρόφιμο. Αυτά τα σημεία επαφής μεταδίδουν κατόπιν τις πληροφορίες στις αρμόδιες νομαρχιακές διευθύνσεις και εξασφαλίζουν την πληροφόρηση και τον συντονισμό της δράσης.
Από το 1995, δηλαδή πριν ακόμα επιβληθεί από τον κοινοτικό μηχανισμό, η DGAl έχει θέσει σε λειτουργία ένα σχέδιο επιτήρησης για την διοξίνη. Η λιστέρια αποτελεί αντικείμενο ενός σχεδίου επιτήρησης που εφαρμόζει η DGCCRF σε περισσότερα από πενήντα ευαίσθητα τρόφιμα από το 1983.
 
Οι δημόσιες αρχές είναι ικανές να διαχειρίζονται τους κινδύνους ειδικά σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης
Για να ελέγξουμε τους κινδύνους πρέπει καταρχήν να τους γνωρίζουμε. Απέναντι λοιπόν σε κάποιον εξακριβωμένο ή δυνητικό κίνδυνο, είναι απαραίτητη η προσφυγή στην επιστημονική πραγματογνωμοσύνη. Η εκτίμηση των κινδύνων από τους ειδικούς επιτρέπει στις δημόσιες αρχές να λάβουν, ως υπεύθυνες για τη διαχείριση των κινδύνων, τα επιβεβλημένα μέτρα. Η Γαλλία θεωρεί ότι η διάκριση μεταξύ της διαχείρισης και της εκτίμησης των κινδύνων επιτρέπει μια μεγαλύτερη αντικειμενικότητα στη λήψη των αποφάσεων. Διαθέτει ένα υψηλότατο επίπεδο επιστημονικής πραγματογνωμοσύνης σε θέματα υγειονομικών κινδύνων, μέρος της οποίας βρίσκεται συγκεντρωμένο στους κόλπους του Γαλλικού Γραφείου Υγειονομικής Ασφάλειας των Τροφίμων (AFSSA), που ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1998. Κατά τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων, η κυβέρνηση μπορεί, από την πλευρά της, να συνεκτιμήσει και άλλες διαστάσεις, κοινωνικο-οικονομικού ή πολιτισμικού χαρακτήρα, φροντίζοντας πάντα να εξασφαλίζει στον καταναλωτή το μέγιστο επίπεδο ασφάλειας.
|
|